Η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση αποτελεί μία προσπάθεια περαιτέρω εναρμόνισης του υφιστάμενου νομικού πλαισίου με τις σύγχρονες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές ανάγκες. Να παρακολουθήσει, ουσιαστικά τις ραγδαίες αλλαγές που εξελίσσονται στις κοινωνίες του 21ου αιώνα, μεταξύ των οποίων και στην ελληνική, με σεβασμό στον νομικό μας πολιτισμό και την ιστορική μας παράδοση. Υπό αυτό το πρίσμα, έχουν τεθεί στα ζητήματα προς διαβούλευση για την επικείμενη Συνταγματική Αναθεώρηση και οι σχέσεις της Πολιτείας με την Εκκλησία.
Οι δύο άξονες του διαλόγου είναι ο αμοιβαίος σεβασμός και οι διακριτοί ρόλοι των δύο θεσμών με σκοπό να διασφαλίζονται η θρησκευτική ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα των πολιτών. Άλλωστε, σήμερα η συνεργασία μεταξύ Πολιτείας και Εκκλησίας είναι πιο επιτακτική από ποτέ, αν σκεφτεί κανείς ότι παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η προσφυγική κρίση και ο θρησκευτικός εξτρεμισμός, μας φέρνουν όλους αντιμέτωπους με την ανάγκη αναστοχασμού απέναντι στις αρχές της αγάπης, της αλληλεγγύης, του αλληλοσεβασμού, που διέπουν κατά κόρον την Ορθοδοξία.
Η θρησκευτική ελευθερία ωστόσο δεν είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Δεν κερδίζει, δηλαδή, κανείς μέρος της θρησκευτικής ελευθερίας του άλλου. Αντίθετα, είναι μια κοινή προσπάθεια όλων και ένα διαρκές ζητούμενο, έχοντας κατά νου τη ρήση του Ρήγα «Όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά».
Το θεμελιώδες άρθρο για τη θρησκευτική ελευθερία και τη σχέση της Πολιτείας με τις θρησκευτικές κοινότητες (συμπεριλαμβανομένης και της Ορθόδοξης Εκκλησίας) είναι το Άρθρο 13 του Συντάγματος, βάσει του οποίου η Ελληνική Δημοκρατία οφείλει να εγγυάται και να προστατεύει τη θρησκευτική ελευθερία. Βάσει αυτού, θα πρέπει να εξετάζεται το Άρθρο 3, το οποίο επιτελεί δύο κύριες λειτουργίες: αφενός διασφαλίζει τη θέση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αφετέρου προχωρά σε μια διαπίστωση με όρους ιστορικούς, πολιτισμικούς, αλλά και αριθμητικής, της θέσης της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα.
Αυτή η θέση σε καμία περίπτωση δεν απειλείται, ούτε απομειώνεται με την κυβερνητική πρόταση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς ένα θρησκευτικά ουδέτερο κράτος απομακρύνεται από τον κίνδυνο ταύτισης κοσμικής και θρησκευτικής εξουσίας, ακόμη και αν αυτή η ταύτιση δεν ενδιέφερε, ούτε επιδιώχθηκε ποτέ από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Στον αντίποδα, οι νομικές και άλλες σχέσεις μεταξύ των δύο θεσμών ακολούθησαν εδώ και χρόνια την εξελικτική πορεία αντίστοιχων σχέσεων που υφίσταντο (και υφίστανται) σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό που απομένει τώρα είναι ο εξορθολογισμός των διακριτών ρόλων, προκειμένου αυτοί να αποκρυσταλλωθούν και να αποτυπωθούν πλήρως, γιατί η γνώση του άλλου είναι αυτή που οδηγεί στον αμοιβαίο σεβασμό και την αναγνώριση της προσφοράς εκατέρωθεν.